αἴσχιστος

αἰσχρός
causing shame
masc nom sg

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • αίσχιστος — η, ο (Α αἴσχιστος) υπερθετικός τού αισχρός*. [ΕΤΥΜΟΛ. βλ. λ. αἶσχος] …   Dictionary of Greek

  • άλγιστος — ἄλγιστος, η, ον (Α) υπερθετικός βαθμός τού αλγεινός*. [ΕΤΥΜΟΛ. < ἄλγος ανώμαλος σχηματισμός υπερθετικού βαθμού τού επιθ. ἀλγεινὸς κατά τα: κάλλιστος (< κάλλος) και αἴσχιστος (< αἴσχος) πρβλ. και ἀλγίων] …   Dictionary of Greek

  • αισχρός — ή, ό (Α αἰσχρός, ά, όν) 1. αυτός που προκαλεί την ντροπή, επονείδιστος, επαίσχυντος, ατιμωτικός 2. ανήθικος, φαύλος, κακοήθης, άθλιος, φρικτός αρχ. 1. (ως αντίθ. τού καλός) (για την εξωτερική εμφάνιση) άσχημος, δύσμορφος, παραμορφωμένος 2.… …   Dictionary of Greek

  • ευμήκιστος — εὐμήκιστος, ον (Μ) 1. ψηλός 2. μακρύς, επιμήκης 3. πλατύς, ευρύχωρος, μεγάλος. [ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + μήκ ιστος, ανώμαλος υπερθετικός τού μακρός (< μήκος κατά τα αίσχος > αίσχιστος)] …   Dictionary of Greek

  • κνισοκόλαξ — κνισοκόλαξ, ακος, ὁ (Α) αίσχιστος κόλακας. [ΕΤΥΜΟΛ. < κνῖσα + κόλαξ (< κόλαξ), πρβλ. λιμο κόλαξ, ψωμο κόλαξ] …   Dictionary of Greek

  • παναισχίστως — (Μ) επίρρ. πάρα πολύ άσχημα, με μεγάλη δυσμορφία. [ΕΤΥΜΟΛ. < παν * + αἴσχιστος + επιρρμ. κατάλ. ως] …   Dictionary of Greek

  • ՁԱՆՁՐԱԳՈՅՆ — ( ) NBH 2 0148 Chronological Sequence: Early classical ա. αἵσχιστος turpissimus. Կարի տաղտկալի, յոռի, ամօթալի. *Լիրբ եւ անամօթ կոչես, եւ զամենայն ինչ որ քան զսոյնս ձանձրագոյնք իցեն. Ոսկ. մ. ՟Բ. 10 …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.